Αθήνα
Περιοδική συννεφιά
17°C
 

Ουραγός η Ελλάδα στα μέτρα στήριξης κατοικίας, ενώ οι τιμές ξεφεύγουν

Για τον περιορισμό του κόστους στέγασης, πολλές χώρες της Ευρώπης, ξεκίνησαν να υιοθετούν νέα μέτρα και πολιτικές ήδη από το 2018 2019

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια οι πολίτες είναι το αυξημένο κόστος στέγασης. Η Ελλάδα ειδικά πλήττεται σφόδρα, αλλά δεν είναι μόνη της, καθώς σχεδόν όλες οι χώρες της Ευρώπης αντιμετωπίζουν την ίδια κατάσταση με τις ιδιαίτερα αυξημένες τιμές.

Ήδη πολλές χώρες της Ευρώπης ξεκίνησαν να υιοθετούν νέα μέτρα και πολιτικές από το 2018 2019. Μάλιστα, κάποιες από αυτές διατηρούσαν από νωρίτερα ενεργά προγράμματα και δομές με στόχο τη στέγαση σε προσιτές τιμές.

«Η Ελλάδα, από 21 κράτη της Ευρώπης, αποτελεί τη μόνη χώρα που σύμφωνα με έρευνα για το έτος 2021 της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημόσιας Συνεταιριστικής και Κοινωνικής Στέγασης, δεν διαθέτει υποδομές προσιτού κόστους στέγασης», ανέφερε ο Θεμιστοκλής Μπάκας, πρόεδρος Πανελλαδικού Δικτύου E-Real Estates στο Newsbomb.gr. Αν και ο κος Μπάκας το θεωρεί λογικό, ωστόσο εξήγησε τον λόγο που συμβαίνει αυτό. «Η Ελλάδα άργησε! Η χώρα μας θα αρχίσει να εφαρμόζει πολιτικές αναχαίτισης του κόστους στέγασης εντός του 1ου τριμήνου του 2023, μέτρα που σε μεγάλο ποσοστό, απαιτούν χρόνο υλοποίησης (2-3 ετών) και δεν στοχεύουν στην άμεση αναχαίτιση του κόστους στέγασης ή/και ελάφρυνσης του οικογενειακού προϋπολογισμού. Παράλληλα, ακόμη και αν εφαρμοστούν στο σύνολό τους, στοχεύουν σε περιορισμένο αριθμό δικαιούχων σε σχέση με τη πραγματική ανάγκη του σήμερα, αλλά και των αναγκών που θα προκύψουν τα επόμενα χρόνια».

Αυξήθηκαν πάνω από 40% τα ενοίκια από το 2018

«Η αύξηση των ενοικίων συσσωρευτικά από το 2018 έως και σήμερα κυμαίνεται από 37,2% έως και 42,1% αν πρόκειται για κατοικίες κατάλληλες για οικογένεια. Υψηλότερες αυξήσεις των ζητούμενων μισθωμάτων καταγράφονται κυρίως σε ακίνητα μικρότερης επιφάνεια. Πρόσφατη έρευνα ανέφερε ότι το ζητούμενο μίσθωμα φοιτητικής κατοικίας αυξήθηκε κατά 53% στην Αθήνα κατά το διάστημα 2017-2022, ενώ στη Πάτρα που κατατάσσεται δεύτερη στη λίστα αυξήθηκαν κατά 47%-49%.

Το κόστος στέγασης στην Ελλάδα έχει εκτιναχθεί σε τέτοια επίπεδα που αγγίζει το 60%-70% του μέσου μηνιαίου μισθού και αν πρόκειται για οικογενειακή κατοικία το σύνολο ενός καλού μισθού. Μεγάλο μέρος των συμπολιτών μας αναγκάζεται να κάνει περικοπές ακόμη και σε βασικές ανάγκες του. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 76,9% των ενοικιαστών, εφόσον πληρώσουν τα έξοδα του σπιτιού, κάνει περικοπές ή λαμβάνει οικονομική βοήθεια από τρίτους», ανέφερε για την Ελλάδα ο κος Μπάκας και συνέχισε σχολιάζοντας την κατάσταση που επικρατεί στην υπόλοιπη Ευρώπη.

«Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν υιοθετήσει έναν εθνικό ορισμό της κοινωνικής κατοικίας. Μάλιστα, στις ονομασίες των μοντέλων που έχουν επιλεγεί, πολύ σπάνια, συναντάμε τον όρο «κοινωνική κατοικία», ενώ βρίσκουμε πιο περιγραφικές έννοιες όπως «Κατοικία με ενοίκιο μέτριου ύψους» (HLM) στη Γαλλία και «Κατοικία Περιορισμένου Κέρδους» στην Αυστρία. Η κοινωνική κατοικία αντιπροσωπεύει μορφές παρεμβάσεων- κατασκευή, ρυθμιστικά μέτρα κλπ., της εθνικής κυβέρνησης ή/και των τοπικών αρχών στην αγορά κατοικίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσβαση όλων.

Η Ολλανδία είναι ταυτισμένη με την κοινωνική κατοικία, σχεδόν μία στις τρεις κατοικίες είναι κοινωνική (29,1% του συνολικού οικιστικού αποθέματος σύμφωνα με στοιχεία της Housing Europe 2021).

Στην Αυστρία συνυπάρχουν διάφορες μορφές στέγασης πέραν της ελεύθερης αγοράς όπως η δημοτική κατοικία, η κατοικία περιορισμένου κέρδους προς ενοικίαση, καθώς και επιδοτούμενες κατοικίες προς αγορά. Η Βιέννη αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση, σήμερα 62% των κατοίκων της Αυστριακής πρωτεύουσας διαμένουν σε κάποια επιδοτούμενη κατοικία- δημοτική ή ιδιωτική που ο ιδιοκτήτης της λαμβάνει επιδότηση από την πόλη ώστε να διατηρεί ενοίκιο χαμηλότερο της αγοράς.

Στη Δανία, οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί κατοικίας παρέχουν στέγη με ενοίκιο χαμηλότερο από το μέσο της ελεύθερης αγοράς. Πρόκειται για περίπου 700 οργανισμούς που έχουν στην κατοχή τους περισσότερα από 8.000 κτίρια πάντα υπό τον έλεγχο και την αυστηρή νομική ρύθμιση του κράτους που έχει αφαιρέσει κάθε πιθανότητα κερδοσκοπίας.

Στο Λουξεμβούργο, οι δημόσιοι οργανισμοί όπως το Ταμείο Κατοικίας, η Εθνική Εταιρία Προσιτής Κατοικίας και η ένωση δήμων που παρέχουν κατοικίες με κόστος χαμηλότερο από αυτό της ελεύθερης αγοράς. Το κράτος επιδοτεί την κατασκευή κοινωνικών κατοικιών ως και 70%, ενώ με στόχο την προστασία του κοινωνικού μείγματος εφαρμόζει ποσόστωση 10% σε κάθε καινούρια κατασκευή. Έτσι, κάθε νέο συγκρότημα κατοικιών, προκειμένου να αδειοδοτηθεί, θα πρέπει να περιλαμβάνει και 10% κοινωνικών κατοικιών».

Ο πληθωρισμός και η «πίεση» του κόστους κατασκευής

Ο πληθωρισμός που εκτοξεύτηκε και η αύξηση του κόστους κατασκευής ανεβάζουν τις τιμές πώλησης. Και αν οι πολίτες σκέφτονται την αγορά σπιτιού καθώς δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος των συνεχών αυξανόμενων ενοικίων έρχονται τα υψηλά επιτόκια των στεγαστικών δανείων, σε συνδυασμό με το κόστος ενέργειας και γενικότερα την αύξηση του κόστους διαβίωσης να κάνουν την ιδιοκατοίκηση να φαντάζει… ένα όνειρο που δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί, καθώς πια τα διαθέσιμα εισοδήματα των εν δυνάμει αγοραστών έχουν μειωθεί αρκετά.

Ο κ. Μπάκας είναι κατηγορηματικός, «οι οικονομικές προκλήσεις στην παγκόσμια κοινότητα καθώς και στη χώρα μας βρίσκονται προ των πυλών και απαιτούνται άμεσα διευρυμένες πολιτικές στέγασης, πολιτικές με στόχο την αναχαίτηση του κόστους την επόμενη ημέρα και τη προσβασιμότητα σε αγορά κατοικίας, αλλά, παράλληλα και πολιτικές με υλοποίηση 2-3 ετών, που θα στοχεύουν στην εξάλειψη ιδίων δεδομένων στο μέλλον, καθώς και μέτρα που θα «προστατεύουν» την ιδιοκτησία υπό συνθήκες μη υγιούς οικονομικού περιβάλλοντος.

Η παροχή της στέγης αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας και υπάγεται στον τομέα της κρατικής κοινωνικής πολιτικής».

Πηγή

Κοινοποίησε το

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ