Αθήνα
Περιοδική συννεφιά
15°C
 

Ο Έλληνας Λόρενς Ολίβιε, οι γυναίκες της ζωής του, τα βραβεία Χόρν , ο έρωτας με τη Λαμπέτη και το ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν

Δημήτρης Χορν: Υπήρξε ένας από τους κορυφαίους Έλληνες ηθοποιούς που γεννήθηκαν σε αυτή την χώρα. Γεννήθηκε το 1921, σε ένα ξενοδοχείο στην οδό Σταδίου στο κέντρο της Αθήνας. Γιος του γνωστού θεατρικού συγγραφέα Παντελή Χορν και της Ευτέρπης Αποστολίδη, ο μεγάλος πρωταγωνιστής μεγάλωσε σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον με νονά του την Κυβέλη αλλά και δίπλα στην Μαρίκα Κοτοπούλη που ήταν στενή φίλη των γονιών του.

Αγαπήθηκε πολύ από το κοινό, όπως επίσης και από τις γυναίκες που είχε στην ζωή του, όμως μια αγάπησε εκεινός. Δυστυχώς, μια σοβαρή ασθένεια τον χτύπησε άσχημα και ο “πρίγκηπας” του ελληνικού κινηματογράφου, δεν άντεξε.

Δημήτρης Χορν: Τα δύσκολα παιδικά χρόνια

Αν και είχε από μικρός το αριστοκρατικό προφίλ, δεν σημαίνει ότι η ζωή του ήταν μέσα στα πλούτη. Παρά τη φήμη που απολάμβανε ο πατέρας του, η ζωή της οικογένειας δεν ήταν πάντα άνετη.

Ο Χορν εξομολογούνταν συχνά ότι όταν ο πατέρας του έκανε επιτυχία έμεναν στη «Μεγάλη Βρετάνια», όταν όμως το έργο πάτωνε εισπρακτικά, η φαμίλια μετακόμιζε σε ένα φτηνό δωματιάκι στο Μεταξουργείο.

«Έζησα πολύ φτωχικά στα παιδικά μου χρόνια, νομίζω πως έπαιξε ρόλο θετικό. Θυμάμαι ότι υπήρχε μια εποχή που τρυπούσαν τα παπούτσια μου και έβαζα χαρτόνια από τσιγάρα για να τα κλείσω. Πιστέψτε με, δεν με έβλαψε σε τίποτα αυτό», έλεγε.

Δημήτρης Χόρν: Οι γυναίκες που πέρασαν από την ζωή του

Είχε κάνει δύο γάμους, στην συνείδηση του κοινού ωστόσο είναι πάντα συνδεδεμένος άρρηκτα με την Έλλη Λαμπέτη, ακόμα και σήμερα. Πέρα από την θεατρική συνεργασία που κράτησε σχεδόν δέκα χρόνια και τις εμβληματικές κινηματογραφικές ταινίες στις οποίες συμπρωταγωνίστησαν, οι δύο ηθοποιοί έζησαν έναν παθιασμένο έρωτα που έγινε ο λόγος που επισπεύσθηκε το διαζύγιο του Μάριου Πλωρίτη και της Λαμπέτη, αλλά και που ο Χορν πήρε διαζύγιο από την πρώτη του γυναίκα, τη Ρίτα Φιλίππου.

«Την πρώτη μου γυναίκα, τη Ρίτα Φιλίππου, την απατούσα συνεχώς και της το έλεγα» είχε πει ο Χορν σε συνέντευξη. Ο έρωτας με τη Λαμπέτη ήταν θυελλώδης, όμως σε αντίθεση με τα όσα πίστευε το κοινό δεν ήταν εκείνη η γυναίκα της ζωής του, όπως ομολογούσε και ο ίδιος. «Ήμασταν μαζί επτά χρόνια. Αφόρητη ζηλιάρα. Δεν τολμούσα ούτε βλέμμα να ρίξω σε άλλη γυναίκα. Γινόταν χαλασμός. Ζήλευα κι εγώ ελεεινά. Όταν με άφησε, ήμουν σαν ταύρος εν υαλοπωλείω. Πληγώθηκε ο εγωισμός μου. Δεν μπορώ να πω πως δεν την αγάπησα. Και τη θαύμαζα πολύ ως ηθοποιό. Αλλά δεν ήταν η γυναίκα της ζωής μου».

«Με τον Τάκη ζήσαμε ωραία εφτά χρόνια. Ωραία, βέβαια, είναι ένας λόγος. Έρωτας με δόντια-τρωγόμαστε κι αγαπιόμαστε συγχρόνως», θα έλεγε η Λαμπέτη στη Φρίντα Μπίουμπι στις σελίδες της βιογραφίας της «Η τελευταία παράσταση». «Ήταν τότε, όταν σμίξαμε, που ο Βόκοβιτς είχε πει το περίφημο “Για να δούμε πως θα ταιριάξουν οι Βερσαλίες με τα Βίλλια”. Δηλαδή, ο Χορν με την υψηλή καταγωγή κι εγώ η χωριατοπούλα. Και νομίζω ότι δεν είχε κι άδικο, γιατί η κοινωνική διαφορά μας, η διαφορά αγωγής, επιπέδου, συνηθειών, ήταν μια από τις βαθύτερες αιτίες που τελικά χωρίσαμε.”

«Μετά τον χωρισμό τον αγάπησα περισσότερο» έλεγε η Λαμπέτη για τον Χορν.

“Εκείνος ήταν κοσμικός. Του άρεσε να διασκεδάζει, να βγαίνει, να έχει έναν ολόκληρο κόσμο γύρω του. Μάγευε με την προσωπικότητά τoυ, άρεσε στις συντροφιές για το χιούμορ του, για τα ευφυολογήματά του. Ήταν πάντα άψογος στην εμφάνιση, τα πουκάμισά του ποτέ έτοιμα, πάντα παραγγελία.

Εκείνο που μας ένωνε πολύ, ήταν η ισοτιμία. Θαυμάζαμε ο ένας τον άλλον, είχαμε αμοιβαία εκτίμηση για τη δουλειά μας, για το ταλέντο μας. Μας άρεσε αυτή η ζωή, να γυρίζουμε στο σπίτι μαζί, να έχουμε κοινά ενδιαφέροντα. Δεν παντρευτήκαμε, αλλά ζήσαμε μαζί εφτά χρόνια. Για μένα, μετά από εκείνον τον ανεξήγητο, τον τρανό, τον μεταφυσικό πρώτο έρωτά μου, ο Χορν ήταν ο πιο μεγάλος. Κι όταν χωρίσαμε και δεν τρωγόμαστε πια, τον αγαπούσα ακόμα περισσότερο».

«Ήταν ένας μεγάλος, σφοδρός έρωτας, αλλά το καταστάλαγμα της αγάπης ήταν με τη δεύτερη γυναίκα του, την Άννα Γουλανδρή. Νομίζω ότι την αγάπησε πολύ την Άννα, όπως και η Άννα τον αγάπησε πάρα πολύ», θα διηγείτο μετά το θάνατο του ηθοποιού ο έμπιστος γραμματέας του, Θεοδόσης Ισαακίδης.

Η όμορφη Άννα Γουλανδρή, που έγινε η δεύτερη σύζυγος του μεγάλου ηθοποιού, ήταν κόρη του Νικόλα Γουλανδρή, της γνωστής εφοπλιστικής οικογενείας. Η γνωριμία της με τον Χορν ήταν παλαιά. «Είχαμε γνωριστεί πριν από πολλά χρόνια, όταν ήμασταν πολύ νέοι», έλεγε ο Χορν. «Θυμάμαι πως το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση ήταν το αστραφτερό χαμόγελο της…».

Η Άννα Γουλανδρή όμως ήταν παντρεμένη με τον πρέσβη και κατοπινό αυλάρχη του βασιλιά Κωνσταντίνου, Λεωνίδα Παπάγο. Όταν οι δυο τους συναντήθηκαν ξανά, δεν υπήρχαν πλέον εμπόδια.

«Ο πρώτος εντυπωσιακός γάμος του 1967 έγινε εντελώς αθόρυβα, σχεδόν συνωμοτικά», έγραφε η εφημερίδα Μεσημβρινή στο φύλλο της 23ης Ιανουαρίου του 1967. Ελάχιστοι φίλοι μαζεύτηκαν το Σάββατο το βράδυ στο παρεκκλήσι Αμαλιείου όπου παντρεύτηκε ο κ. Τάκης Χορν με την κ. Άννα Γουλανδρή. Έτσι μετά την Πρεμιέρα του «Ιβάνωφ» ο εκλεκτός ηθοποιός είχε την πρεμιέρα μιας καινούργιας ζωής. Και όπως πάντα με τις καλύτερες προοπτικές…».

Ο πρόωρος θάνατος της δεύτερης συζύγου του ήταν κάτι που ο Χορν δεν ξεπέρασε ποτέ.

«Η Άννα Γουλανδρή είναι ένας από τους ανθρώπους που εκτιμώ και θαυμάζω για την ενεργητικότητα, τη δημιουργικότητα και τη φαντασία της» έλεγε ο Χορν για την αγαπημένη του Άννα, που λάτρευε τη ζωγραφική. Είχε μαζί της ένα δεσμό κρυφό, ερωτικό. Τους καρπούς της σχέσης τους γνώριζε μόνο η οικογένεια… Μαζί δημιουργούν το Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν. Ο Δημήτρης Χορν και η Άννα Γουλανδρή θα ζήσουν μαζί 20 ευτυχισμένα χρόνια. Ο θάνατός της από καρκίνο το 1988 ήταν για εκείνον ένα ισχυρό πλήγμα που δυσκολεύθηκε πολύ να ξεπεράσει. «Την αγάπησα πάρα πολύ» έλεγε για εκείνη μέχρι το δικό του τέλος, που ήρθε στις 16 Ιανουαρίου του 1998.

Δημήτρης Χορν: Ο Έλληνας Λόρενς Ολίβιε

Όταν σε συνέντευξη που είχε δώσει στον Βασίλη Καββαθά, ο τελευταίος του θύμισε ότι τον αποκαλούσαν Έλληνας Σερ Λόρενς Ολίβιε, ο Χορν απάντησε: «Ο καημένος ο μακαρίτης, τον αδικούν πολύ. Ούτε στο νυχάκι του δεν του φτάνω».


Μπορεί να αυτοσαρκαζόταν συνέχεια για τις ερμηνευτικές του ικανότητες, να είχε ζητήσει ακόμα και συγγνώμη από συγγραφείς για τις κατά καιρούς «κακές ερμηνείες» του –όπως έλεγε–, αλλά μιλάμε για έναν μύθο της σκηνής.

Από το ντεμπούτο του το 1940 στην οπερέτα του Στράους Η Νυχτερίδα μέχρι το φινάλε του 1983 στον Αρχιμάστορα Σόλνες, ο προσδιορισμός «μεγάλος ηθοποιός» τον ακολουθούσε πάντα. Λάτρης του κλασικού ρεπερτορίου, δεν αρνήθηκε να περάσει και από διαφορετικά είδη, όπως τη θρυλική Οδό ονείρων όπου ερμήνευσε το τραγούδι- σήμα κατατεθέν της περσόνας, της ζωής και της καριέρας του: «Ηθοποιός σημαίνει φως».

Δημήτρης Χορν : Το σινεμά που δεν λάτρευε

Ο Χορν δεν αγαπούσε το σινεμά, καθώς η ανασφάλεια που ένιωθε για την υποκριτική του κλιμακωνόταν στον κινηματογράφο.

Όπως είχε εξομολογηθεί στον Φρέντυ Γερμανό: «Εγώ δεν αγάπησα ούτε τον εαυτό μου, ούτε την τέχνη μου. Και υπάρχουν νύχτες που τις περνάω κάνοντας την ίδια εφιαλτική ερώτηση: εάν έπρεπε να βγω στο θέατρο».

Όταν μάλιστα τον μάλωσε ο Γερμανός γιατί ήταν υπερβολικά αυστηρός με τον κινηματογραφικό εαυτό του, εκείνος τον αποστόμωσε με το αμίμητο: «Με έχετε δει στο σινεμά;».

Δημήτρης Χορν: To αλτσχάιμερ που τον νίκησε

Ο εξαιρετικός ηθοποιός έχασε τη μάχη με το θάνατο στις 16 Ιανουαρίου του 1998, ύστερα από πολύμηνη ασθένεια. Στη μνήμη του καθιερώθηκε το βραβείο Χορν το οποίο απονέμεται σε νέους ηθοποιούς του θεάτρου.

Αναμφίβολα πρόκειται για μια περσόνα που χαράχθηκε ανεξίτηλα στον ελληνικό κινηματογράφο με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο.

Πηγή

Κοινοποίησε το

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ