Αθήνα
Περιοδική συννεφιά
7°C
 

«Άλκη, αγόρι μου, συγγνώμη γι’ αυτό τον κόσμο» – Ραγίζει καρδιές μήνυμα μητέρας στο σημείο που ξεψύχησε ο Άλκης Καμπάνος

Μια δολοφονία που μέχρι και σήμερα δεν μπορεί να χωνευτεί από κανέναν, ένα παιδί να χάνει τόσο άδικα την ζωή του επειδή τόλμησε να απαντήσει στην ερώτηση «Τι ομάδα είσαι;».. Ένα συγνώμη από όλους μας Άλκη..

Το τελευταίο «αντίο» στον Άλκη

Συγγενείς, φίλοι ακόμη και απλοί φίλαθλοι από όλες τις ομάδες με λουλούδια πήγαν να χαιρετήσουν για μία τελευταία φορά τον 19χρονο που έπεσε νεκρός σε δολοφονική ενέδρα στη Θεσσαλονίκη.

Τραγικές φιγούρες ήταν οι γονείς οι οποίοι έφτασαν στα Κοιμητήρια υποβασταζόμενοι, για να οδηγήσουν τον γιο τους στην τελευταία του κατοικία…

Το μήνυμα που ράγιζει καρδιές

«Δεν είμαι σίγουρη ότι σήμερα μπορείς να προσπεράσεις αυτό που συμβαίνει και να ασχοληθείς με τηλεοπτικό σανό. Για την ακρίβεια είμαι σίγουρη ότι δεν μπορώ να ακολουθήσω χνάρια σε πλατό, σε παραλίες και αρένες ριάλιτι, σε σκηνικά μυθοπλασίας και σε καλοφωτισμένα στούντιο και σε πολυτελή καμαρίνια…

Η σκέψη μου από το πρωί που το έμαθα είναι στο πεζοδρόμιο που έσφαξαν τον Άλκη. Όχι μόνο γιατί είμαι μάνα. Αλλά γιατί είμαι άνθρωπος που νιώθει πως πλέον ανοίγοντας την πόρτα του σπιτιού βγαίνω σε μία Μόρντορ βίας, σε ένα σκηνικό Μαντ Μαξ όπου όλα απειλούνται και εξολοθρεύονται από το φόβο και την επίθεση.

Θάνατος. Βίαιος, ψυχρός, βάρβαρος

Ο Άλκης ήταν 19 ετών. Τον σκότωσαν στο ξύλο και τον έσφαξαν με δρεπάνι.

Ο Άλκης περπατούσε στον δρόμο με τους φίλους του και αυθόρμητα, όταν ρωτήθηκε «τι ομάδα είσαι», είπε «Αρης». Τότε το κτήνος, τότε τα κτήνη, οι βάρβαροι, τον έσφαξαν, τον σκότωσαν. Ένα παιδί. Εν ψυχρώ.

Δεν μπορώ να μπω στην ψυχή της μάνας και του πατέρα τού Άλκη. Δεν αντέχω, δεν μπορώ να το σηκώσω. Πώς γίναμε έτσι; Πώς αναθρέψαμε τέρατα, πως σιωπήσαμε όταν βλέπαμε τα κοφτερά δόντια, τις φωτιές από το βλέμμα να εκκολάπτονται και να μας απειλούν; Γιατί επιτρέψαμε στον φόβο και την σιωπή να γιγαντώσουν το έρεβος; Γιατί ανεχτήκαμε και ανεχόμαστε το σκοτάδι και την κατρακύλα; Γιατί απαθείς προσπερνάμε το χτυπημένο, το κακοποιημένο, το αδικημένο; Πώς αφήνουμε τα παιδιά μας κι εμάς τους ίδιους να κολυμπάμε στο ψέμα, στην επίπλαστη ευδαιμονία, στις ψευδαισθήσεις; Πώς το «μην ανακατεύεσαι» έγινε ευαγγέλιο της ευζωίας και της καλοπέρασης;

Η μάνα του Άλκη με την κραυγή του παιδιού της θα κοιμάται και θα ξυπνάει

Ο Άλκης παρακάλεσε σπαρακτικά να σταματήσουν να τον χτυπάνε. Όποιος άκουσε την κραυγή του, σημαδεύτηκε για πάντα. Η μάνα του Άλκη με την κραυγή του παιδιού της θα κοιμάται και θα ξυπνάει.

Αναθρέψαμε τέρατα. Τα χαϊδέψαμε. Κάναμε ότι δεν βλέπαμε. Βαφτίσαμε το μίσος «μαγκιά». Επιτρέψαμε το ποδοπάτημα από το σχολικό προαύλιο κιόλας ως φυσιολογικό και αναπόφευκτο. Ανεχτήκαμε νταήδες και νταηλίκια. Τους βαφτίσαμε ακόμη και γόηδες. Χαρακτηρίσαμε το χαστούκι ως δικαιολογημένη αντίδραση ζήλιας από αγάπη. Προσπαθήσαμε να κουκουλώσουμε τα αδικαιολόγητα για να μην ταράξουμε τις κοινωνικές ανισορροπίες που βαφτίσαμε ως ιερές συμβουλές «μην χαλάσεις το σπίτι σου». Ξύλο, βιασμοί, βόμβες, γκαζάκια, επιθέσεις, λεκτική βία, εκβιασμοί, διαφθορά, δολοφονία.

Έσφαξαν το παιδί.

Έσφαξαν το παιδί και το έδειραν μέχρι θανάτου μέσα στο δρόμο.

Έσφαξαν σήμερα αυτό το παιδί και αύριο κάποιο άλλο.

Τελείωσε ο χρόνος μας. Η ξυπνάμε ή τελειώσαμε.

Άλκη, αγόρι μου, συγγνώμη γι αυτό τον κόσμο».

Πηγή

Κοινοποίησε το

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ